
Θα μιλήσω για αυτό το σοβαρό ζήτημα ακούγοντας Μότσαρτ και με το μαλλί Ραμπί Ζακόμπ μετά το χτεσινό τύλιγμα. Ας είναι. Ξεκινάω.
Οταν πηγαίνεις ένα σαββατοκύριακο στο εξοχικό σου για να ξελαμπικάρεις λίγο, να πάρει και το παιδί αέρα και επιστρέφεις έχοντας νοικιάσει ένα εστιατόριο, δεν σου φταίει κανείς! Πόσο μάλλον όταν δεν την ξέρεις τη δουλειά.
Ο καραγκιόζης εστιάτορας. Πάμε:
Κατά αρχάς ήθελε εξωραϊσμό. Αλλά με λίγα λεφτά. Ας όψεται το ταλέντο μου ως ντεκορατέρ (but that’ s another story). Διέπρεψα. Το μαγαζί όπως και να το πεις την είχε την ατμόσφαιρά του, δε λέω. Και τις νέον λάμπες του παντού, και τις ρουστίκ καρέκλες του (ξέρεις, αυτές τις τραπεζαριέ με την ψηλή πλάτη), και τα φαναράκια του και τις δυο ταμπελάρες του (μεταλλικές γραμμένες με πινέλο) με calamari, tzatziki, mouzaka και τα όλα του, και τη μιζέρια σύννεφο. Πάνω στη θάλασσα όμως. Και μακριά από τον συνωστισμό. Αυτό τότε μας φάνηκε προσόν (κρίνοντας ως πελάτες), μετά καταλάβαμε τη μαλακία μας (ως επιχειρηματίες).
Βγάλαμε τις ταμπέλες, ο ζωγράφος έφτιαξε μιά καινούργια πολύ αρτιστίκ, βάψαμε τις καρέκλες σε 4 έντονα χρώματα και τα τραπέζια τυρκουάζ, βάλαμε αρκετά πάμφθηνα άσπρα φωτιστικά που έκαναν πολύ ατιμόσφαιρα, την πλαστική ψευδοροφή την καλύψαμε με αλεξίπτωτο σε τρία χρώματα, βάψαμε οτι μπορούσαμε, στο εσωτερικό βάλαμε φωτιστικά αντίκες (μη χέσω), το βαφτίσαμε και ξεκινήσαμε.
Α, μην ξεχάσω να πω πως το μαγαζί δεν είχε είσοδο. Καθώς οι ιδιοκτήτες που το δούλευαν οι ίδιοι πριν, είχαν στην κατοχή τους και το διπλανό, είπαν να μην κάθονται (ενώ το νοίκιασαν για να ξεκουραστουν, σουρεάλ) και το έκαναν καφετέρια (πολύ ωραία, σαν αυτές στις ταινίες του Σταμάτη Γαρδέλη). Ελα όμως που τα δύο μαγαζιά είχαν κοινή είσοδο! (την δική τους, σωστά μάντεψες, γάτα).
Ηταν και υπερυψωμένα και απο κάτω περνούσε ένας μικρός χωματόδρομος και μετά η θάλασσα. Είχα, θυμάμαι προτείνει το επί κοντώ, αλλά θα ήταν λίγο ζόρι για τους ηλικιωμένους. Τέλος πάντων, δεν μπορώ να πω μας άφηναν μια δίοδο, που περνώντας οι μήνες όλο και στένευε. Στο τέλος οι πελάτες μας έκαναν απελπισμένοι νοήματα και δεν ήταν λίγες οι φορές που τελικά κάθισαν στο διπλανό εστιατόριο νομίζοντας πως ήταν το δικό μας.
Το πρώτο Σαββατόβραδο με κόσμο, εκεί γύρω στις δύο κάθισα σε μια καρέκλα. Δεν μιλούσα, δεν λαλούσα, δεν κουνιόμουνα. Εκαναν κανά μισάωρο να με επαναφέρουν. Σιγά- σιγά συνήθισα.
Πάμε στα ενδότερα. Εγώ ήμουν υπεύθυνη για την κουζίνα (γιατί το πι.αρ δεν είναι και το φόρτε μου), δηλαδή συνταγές, σερβίρισμα και ντεκόρ πιάτων, να λέω τις παραγγελίες στη μαγείρισσα (γιατί δεν ήξερε να διαβάζει). Α, να φτιάχνω και τις σαλάτες, και τον γαύρο τον μαρινάτο, και να δίνω και τις παραγγελίες στην ψησταριά (ούτε αυτός ήξερε να διαβάζει), και να λέω στους σερβιτόρους σε ποιο τραπέζι πηγαίνουν (αυτοί ήξεραν να διαβάζουν αλλά βαριόντουσαν...).
Το εστιατόριο είναι πολύ ωραία δουλειά και ξεκούραστη και σου αφήνει και πολύ ελεύθερο χρόνο. Ειδικά όταν είναι ανοιχτό όλη μέρα. Επίσης είναι πολύ εκπαιδευτικό. Για τα νεύρα. Ιδίως όταν σου ζητάνε ανήμερα του Πάσχα αστακομακαρονάδα. Ή όταν την πέφτουν στον γκόμενό σου μπροστά στα μάτια σου και ξέρουν και πως κοιτάς (εκεί απείλησα οτι θα βγω με την τυροκαυτερή και θα τους την φέρω στην καούκα). Ή όταν παραμονή δεκαπενταύγουστο η δεύτερη μαγείρισσα (βουλγάρα που την έχεις φέρει από Αθήνα γιατί εκεί δεν έχει) δηλώνει πως το επόμενο πρωί στας 6 φεύγει με το πρώτο καράβι γιατί την αποκάλεσες «κυρία». Ακούς εκεί; κυρία.
Στα χαϊλάιτς η κυρά- Σοφία, η ιδιοκτήτρια που η θερινή της διασκέδαση είναι να κάθεται νυχθημερόν σε καρέκλα σκηνοθέτη στη γαρδελοκαφετέρια (μόνοι πελάτες κάτι γέροι χουντικοί) και να μην ξεκολλάει αυτό το μάτι από πάνω σου. Ξεματιαζόμασταν 7 φορές την ημέρα. Ποιός ήρθε, τι παράγγειλε, τον σερβίραμε γρήγορα; πόσο ήταν ο λογαριασμός, έκανε γκριμάτσα όταν τον είδε; Τι ώρα πήγαμε το πρωί, τι ώρα φύγαμε το βράδυ; Α, και κάθε μέρα κάτι να λείπει από την κουζίνα: ένα ταψί (το χρειάστηκε για την καρυδόπιτα), ένα τηγάνι (δικό μου), μερικά φλυτζάνια, κουταλάκια. Στο τέλος δεν είχαμε κουταλάκι να κάνουμε τούρκικο (της παρηγοριάς).
Σ’ αυτή την υπέροχη κατάσταση πρόσθεσε την αναδουλειά, τη κόρη μου που μου την πήγαινε για μπάνιο κάθε μέρα και άλλος (μόνο σε περαστικό δεν την είχα δώσει), την μαμά μου χαμένη στη μετάφραση (αλλά το μυαλό να πεί οτι κάνω την καριέρα της κατσαρόλας το είχε) , τον proyn να με βρίζει και να με υποχρεώνει να πηγαίνω στην Αθήνα για ένα απόγευμα γιατί έτσι έλεγε το χαρτί του διαζυγίου, τα δυό παιδιά του συντρόφου, την μαμά του, ενίοτε την μαμά των παιδιών του και μια οικιακή βοηθό που χαριεντιζόταν με τους Αλβανούς και που ένα βράδυ του Αυγούστου με άφησε σύξυλη, πήρε τα πράγματά της και την έκανε κρυφά για Αθήνα. Δεν γύρισε ποτέ.
Οταν είσαι ερωτευμένος όμως όλα ξεπερνιούνται.
Περιμένεις πως και τι να σχολάσεις το βράδυ, αφού έχεις κάνει ταμείο, μαζέψει την κουζίνα, σκουπίσεις το μέσα, αναποδογυρίσεις τις καρέκλες έξω, κοιτάξεις τον βόθρο και σε κοιτάξει κι αυτός. Και έχει ένα βλέμμα ο πούστης! Θα σου δείξω εγώ, είναι σαν να σου λέει. Πάλι γέμισα. Ηταν που ήταν μικρός, ρίχνανε και οι ιδιοκτήτες τα νερά τους, α, και τα πλυντήριά τους από τα ενοικιαζόμενα που είχαν, που και που έκαναν και κανένα μπάνιο (τελικά τα σάβανα έχουν τσέπες, το έχω τσεκάρει). Και ερχόταν ο σκατάς, αφού έπρεπε να τον παρακαλέσεις πολύ γιατί ήταν και γειά σου, και σου έπαιρνε 70 ευρώ. ΚΑΘΕ βδομάδα.
Που είχα μείνει; α, το βράδυ μετά από όλα αυτά ήσουν στη τσίτα. Υπερδιέγερση να!
Που να κοιμηθείς χωρίς να έχεις πιεί καμμιά δεκαριά ποτά! Δεν έκλεινε το μάτι. Υπνος, λοιπόν στις πέντε, έγερση στις εννιά. Ευτυχώς που στην εξοχή το κλίμα είναι καλό και αντέχεις. Κανά δυό φορές πήγαμε και κατευθείαν. Πρωί πρωί με το μίνι και το ρίμελ ξεβαμμένο αγοράζαμε μελανούρια από τον ψαρά με το αυτοκίνητο. Φρεσκότατα.
Καθώς λοιπόν το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού, εμείς πήγαμε και την επόμενη χρονιά. Γιατί δια της επαναλήψεως μαθαίνει ο άνθρωπος. Αμ δε!