Thursday, 29 March 2007

In the mood for love

Χαμήλωσε το κεφάλι της για να μπορέσει αυτός να την πλησιάσει.
Ομως αυτός δεν είχε το θάρρος. Ετσι εκείνη απομακρύνθηκε.



Τι να πεί κανείς γι’ αυτή την ταινία. Ακούω τώρα το soundtrack, και μου δημιουργείται η επιθυμία να την ξαναδώ. Τι αισθητική, τι σενάριο. Υπόκωφο.
Σαν να μπορείς να τα λες όλα με υπονοούμενα. Με σιωπές, με αποσιωπητικά, με fade outs.
Tο ντεκόρ κλειστοφοβικό. Ενα δωμάτιο ο καθένας, ένας σύζυγος που λείπει, η άρνηση της πραγματικότητας. Κι αυτές οι δύο φιγούρες, που περιστρέφονται με χαμηλό βόμβο μέσα στην ίδια κυψέλη. Χαμένοι στη μοναξιά τους, δύο ζευγάρια με απόντες τους συζύγους τους, που έρχονται και φεύγουν, μα και όταν είναι εκεί δεν έχουν πρόσωπο.
Σε διπλανές πόρτες -ολομόναχοι και τόσο παρόμοιοι μέσα στην κοινοχρησία, στα ξεφτισμένα ντουβάρια, περιμένοντας εκεί, εγκαταλειμένοι.
Οι συναντήσεις τους ένα slow motion σαν χορογραφία μέσα στην σιωπή.
Και οι λεπτομέρειες, μικρές πινελιές προσεκτικά ακουμπισμένες σε έναν καμβά ήδη τελειωμένο. Ενα χέρι σε μια κουπαστή που πέρασε πριν από λίγο για να ακολουθήσει ένα άλλο την ίδια διαδρομή.
Επαφές χωρίς αγγίγματα.
Η διακαής επιθυμία που ποτέ δεν πραγματοποιείται. Και που κατεβάζει τους ήρωες στα βάθη του πεπρωμένου τους. Σαν τις σκάλες που κατηφορίζουν στο καπηλειό. Η εποχή δοσμένη με μεγάλη επιμέλεια, σαν καρτ ποστάλ του ’60. Η μουσική, νοσταλγική -μελετημένη ανά καρέ.
Κι’ αυτή η θεσπέσια γυναίκα με τα εκπληκτικά φορέματα –μέρος του σκηνικού, που αλλάζουν πολλές φορές λες και είναι το μόνο εν αφθονία είδος σε αυτή τη λίμνη που δεν αναταράσσεται παρά μόνο όταν οι συνθήκες είναι ακραίες. Για να ησυχάσει αμέσως μετά. Με μια βροχή που ξεπλένει όλες τις επιθυμίες.



Λεπτομέρεια: το δωμάτιο του ξενοδοχείου που μένει ο κύριος Τσόου είναι το 2046.

Wednesday, 28 March 2007

Τουμποφλό μην ξεχάσω

Αγαπημένο μου ημερολόγιο

Μισό κιλό κιμάς
Ενα κιλό φέτα
Καφές

Σήμερα είμαι μες τα νεύρα. Να φταίει οτι δεν κοιμήθηκα καλά; Να φταίει οτι έχω βαρετές δουλειές προς διεκπεραίωση; Οτι και να φταίει εγώ είμαι μπαρούτι. Ούτε με σένα δεν ήθελα να ασχοληθώ το πρωί. Αντ’ αυτού έκανα μια νετοβόλτα και διάβασα διάφορα ωραία και ενδιαφέροντα. Μερικά με κατέθλιψαν περισσότερο. Είναι και ο καιρός...
Πήγα στη λαϊκή. Εχει συννεφιά. Κάνει και ψύχρα. Εχω και νεύρα...
Λεμόνια
Πορτοκάλια για στύψιμο
Χόρτα
Μπανάνες

Ένας κύριος με ένα καροτσάκι πουλάει κουδούνες και κουδουνάκια για τις προβατίνες μας, τα τσοπανόσκυλά μας, τα κυνηγετικά σκυλιά μας και τα κοπρόσκυλά μας. Και μαχαίρια και μπαλτάδες αν θέλουμε κανέναν να ξεπαστρέψουμε, λέει. Και ακονιστήρια για μαχαίρια και ψαλίδια. Και αναπτήρες περίστροφα.
Αβοκάντο
Ανιθο
Μαρούλια
Βάρυνε το καρότσι. Κρέμασ' τα απ’ έξω.
Φράουλες μικρές αν βρώ
Αρακάς
Πορτοκάλια για φάγωμα
Στη λαική σε ένα πάγκο, βλέπω μια τραβεστί. Δεν ξέρω ποιά λέξη να χρησιμοποιήσω –η συγκεκριμένη δεν μου αρέσει, δεν έχει καμμία σχέση μ’ αυτό που θέλω να πώ. Πουλάει μυρωδικά ήτοι μαϊντανούς άνιθα σέλινα και τέτοια. Φοράει ένα τζήν και μια μπλούζα από πάνω, σπόρ ντύσιμο -τίποτα το παράξενο, είναι εύσωμη και έχει ξανθά μαλλιά και φρύδια ζωγραφισμένα. Μαγκιά, σκέφτομαι, αντί να είναι σε καμμιά Συγγρού να ψωνίζεται είναι στη λαϊκή και σηκώνει καφάσια. Μια όχι και τόσο θηλυκή εργασία. Και ο ιδιοκτήτης του πάγκου πολύ προχωρημένος...Κοιτάζω, μια συμπαθητική κυρία - η μητέρα κατά πως φαίνεται. Διπλό το καλό. Και οικογενειακή αποδοχή. Μόνο η βροντερή φωνή της με αξάν γυναικείο ηχεί παράξενα.
Κολοκυθάκια
Φρέσκα κρεμμυδάκια
Σέλινο

Τώρα το καρότσι βάρυνε για τα καλά. Να και τα ρούχα. 1,5 ευρώ οτι πάρεις. Είναι σαβούρες, μην κοιτάς. Ακου 1,5 ευρώ!
"Αυτές τις δύο. Εχετε ρέστα από πενηντάρικο;"
Και ωραίες τσάντες. Πρέπει να μαγειρέψω. Και να περάσω από την τράπεζα. Και από τη μαμά. Ωραίες κουρτίνες. Μήπως είναι κωλοϋφάσματα; Ασ' την κάτω!
Είναι και ο καιρός σαν να κλαίει.
Στο αυτοκίνητο ποιός μου γύρισε από την ανάποδη τον καθρέφτη; Ευτυχώς δεν έσπασε.
Ζάχαρη
Γάλα
Κορν φλέικς
Θα αναβάλλω για την επόμενη όσα μπορώ.
Σούπερ μάρκετ. Ούτε και εκεί άλλαξε η διάθεσή μου. Εκεί συνήθως με πιάνει φοβερή υπνηλία. Είναι και ο καιρός...
Wettex
Σαμπουάν
Χαρτιά τουαλέτας
Τουμποφλό
Ελιές
Τώρα έχει χοντρό κουβάλημα. Πρώτα σπίτι και μετά γρήγορα στο φαρμακείο πρίν κλείσει. Και πρέπει να πάω τα φάρμακα στη μαμά.
Γαμώ την τρέλλα μου πως πέρασε έτσι η ώρα! Τι γίνεται πιο γρήγορα; ο αρακάς! Καθάριζε και μη ερεύνα. Κράπ, κράπ. Τώρα τα κρεμμυδάκια. Τον άνιθο το πλένεις μετά. Προλαβαίνεις. Τσιγάρισε και στρώσε γρήγορα τα κρεββάτια – έχεις πέντε λεπτά. Το πλυντήριο το απλώνεις μετά. Μετά το φαί και πριν το ωδείο. Το σχολικό!! Ο αρακάς αργεί;
Αγαπητό μου ημερολόγιο σήμερα δεν προλαβαίνω να σου γράψω. Φεύγω για το ωδείο, μετά έχουμε ένα περίδρομο μαθηματικά και τετράδιο γλώσσας και ανάγνωση και ορθογραφία και μπάνιο και πλύσιμο πιάτων και να κάνω μπάνιο κι’ εγώ που όταν κάθομαι δίπλα σε κόσμο φεύγουν και να πάρω τρία τέσσερα τηλέφωνα και να κλείσω και το αρνί για το Πάσχα:
Ανιθο
Κρεμμυδάκια
Αλλη μία συκωταριά
Αυγά για βάψιμο
Μπογιά για βάψιμο
Αλεύρι
Μαγιά

....
....
....

Tuesday, 27 March 2007

Αναζητώντας παραλήπτη

Ξεκινάς να γράφεις γιατί αυτή είναι η ανάγκη σου αυτή την περίοδο. (Η μήπως πάντα την είχες;)
Ξεκινάς διστακτικά. Εχεις πολλές ιδέες. Φαντάζεσαι το περιεχόμενο του ημερολογίου σου. Το κρίνεις χιουμοριστικό. Ωραία.
Το πρώτο σου κείμενο είναι βαρύ και πολύ προσωπικό. Ακολουθούν κι΄αλλα εξίσου βαριά. Χιουμοριστικό δεν είχαμε πει; Whatever… Θάρθει κι’ αυτό.



Είναι όμως εκεί στη σειρά και ξεπηδούν μόνα τους, καμμιά φορά σπρώχνοντας κιόλας το ένα το άλλο. Ερήμην σου. Στάση πρώτη. Τα παρακολουθούμε. Πόσα είναι;
Γράφεις. Κάθε μέρα.
Στον ύπνο σου τα βλέπεις τα περισσότερα. Και το πρωί είναι έτοιμα.
Και χύνονται στο πληκτρολόγιο χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα. Και μια μέρα για να γράψεις 20 γραμμές οι ώρες δεν φτάνουν. Σβήνεις, γράφεις... να 'τη η επόμενη μέρα και εσύ ακόμα γράφεις μια λέξη και σβήνεις τρείς. Κι’ ας το’ χες έτοιμο στο μυαλό σου.



Είναι μια μοναχική διαδικασία το γράψιμο. Ετσι μοιάζει. Είσαι εσύ και είναι και αυτό. Και το μέσο. Μα αν είναι τόσο μοναχική αυτή η εσωτερική σου ανάγκη τότε γιατί στο δίκτυο; Γιατί δεν γράφεις στο σπίτι σε άσπρες σελίδες της επιλογής σου;
Γιατί χρειάζεσαι παραλήπτη. Χρειάζεσαι αναγνώστες. Έναν έστω...
Δηλαδή επικοινωνία.



Παρασυρμένος κανείς στην έξαψη του κειμένου, στην αρχή δεν το συνειδητοποιεί. Δεν ελπίζει καν οτι κάποιος μπορεί να τον έχει εντοπίσει. Εκεί, συνωστισμένο, ανάμεσα σε τόσους άλλους. Εκατομμύρια διευθύνσεις. Παρόμοια λατινικά γράμματα με μικρές ανεπαίσθητες διαφορές. Στη στίξη. Ιδιοι άνθρωποι που θέλουν κι’ αυτοί να κοινοποιήσουν - να διαβαστούν.
Και μια μέρα, μια νύχτα καλύτερα, βλέπεις και το πρώτο σχόλιο. Ανείπωτη χαρά.



Κάποιον ενδιέφερε κάτι που είπες. Η οι εικόνες σου, που για μια στιγμή έγιναν και δικές του.
Κάποιος, που δεν σε ξέρει και που ποτέ δεν θα σε γνωρίσει. Που δεν ξέρει καν αν λες αλήθεια, αν είσαι άντρας ή γυναίκα αν είσαι ετών 60 ή 14, αν αυτά που γράφεις είναι δικά σου ή ενός άλλου, αν όπως ήρθες θα φύγεις. Αν θα προδώσεις αυτή την προσωρινή σχεση, ή αν θα την τιμήσεις.



Και οι ίδιες απορίες αντίστροφα. Ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι που σε διαβάζουν. Με τι ασχολούνται; Ποιά είναι η ηλικία τους; Πόσο από τον χρόνο τους σου διαθέτουν; Εχουν χιούμορ; Είναι χαρούμενοι ή κουρασμένοι, μόνοι τους, ή έχουν οικογένεια; Τους ικανοποιείς ή όχι; Θα μείνουν ή θα πάνε αλλού;



Tότε είναι που καταλαβαίνεις οτι ενδιαφέρεσαι πραγματικά αν κάποιος σε διαβάζει.



Κι’ όταν δεν βλέπεις σχόλια απογοητεύεσαι και θες να αποχωρίσεις, λες, και μετά την άλλη μέρα που ανοίγεις τον υπολογιστή με βαριά καρδιά, βλέπεις οτι κάποιος ήταν εκεί τις ώρες που εσύ προσθαφαιρούσες άλλη μια αποτυχία, και αναβάλλεις για λίγο την αποχώρηση.
Και νιώθεις ευγνώμων. Και θες να ευχαριστήσεις αλλά οι λέξεις είναι μικρές να περιγράψουν τη σπουδαιότητα της παρουσίας. Για σένα.



Που ξεκίνησες να γράφεις γιατί το είχες ανάγκη. Μια ασχολία προσωπική. Που μέσα από αυτή τη διαδικασία πίστευες πως θα λυτρωθείς. Και που τώρα δημιούργησες άλλη μια σχέση εξάρτησης.


Για να μην νιώθεις μόνος...

Monday, 26 March 2007

Μεταμφιεσμένη κάτω από τη νερατζιά

Πριν από αρκετά χρόνια, καθώς περπατούσα στο πεζοδρόμιο είδα, έξω από το Πολυτεχνείο, ένα μαύρο σχήμα πεταμένο κάτω. Πλησιάζοντας είδα οτι ήταν άνθρωπος. Μια γυναίκα. Ηλικιωμένη. Ξαπλωμένη μες τα μαύρα ρούχα με το σώμα μέσα στο μικρό παρτεράκι μιας νερατζιάς. Πάνω σε ένα χαρτόνι. Σαν από χρόνια εκεί φυτρωμένη, το μόνο που προεξείχε από τον μικρό όγκο ήταν ένα χεράκι. Νόμιζα οτι είχε πέσει, άκουσα όμως τη σιωπή της: «ότι έχετε ευχαρίστηση», δεν είπε.



Δεν υπήρχε κεφάλι, μόνο ένα μαντήλι.
Δεν υπήρχε σώμα μόνο ένα μαύρο ρούχο που δεν ξεχώριζες τι έντυνε.
Ανοιξα το πορτοφόλι μου. Σκέφτηκα: αν μια γριούλα είναι ξαπλωμένη στο παγωμένο πεζοδρόμιο μέσα στο κρύο, αυτό θα πρέπει να είναι εντελώς απαραίτητο. Δεν θα γίνεται αλλιώς. Πόσα χρήματα πρέπει να μαζέψει; Πόσα είναι τα αρκετά, αρκετά για να φύγει για σήμερα; Ανοιξα το πορτοφόλι μου. Έβγαλα ένα μεγάλο χαρτονόμισμα, της το έδωσα. Και χάρηκα. Και λυπήθηκα. Και προχώρησα.
Την έβλεπα συχνά. Κάθε φορά γινόταν το ίδιο. Εξαγόραζα συστηματικά λίγη ώρα παγωνιάς πεζοδρομίου.




Μια μέρα μετά από καιρό, έτυχε να μιλήσω για αυτήν σε μια φίλη. Εβαλε τα γέλια. Την ήξερε λέει κι αυτή, χρόνια. Κακώς έδινα τα λεφτά μου, είπε. Δεν είναι ηλικιωμένη, είπε. Το κόνσεπτ απαιτεί αυτό το look, είπε. Αδυνατούσα να την πιστέψω. Ολο έλεγα και ξανάλεγα οτι μπορεί να έχει γίνει κάποιο λάθος, να έχει μπερδευτεί. Δεν μπορεί, για άλλο πρόσωπο θα μιλάγαμε.




Μερικές μέρες μετά την είδα από το παράθυρο στο πατάρι της μεγάλης αίθουσας. Να διασχίζει τον πεζόδρομο της Τοσίτσα. Καμαρωτά - καμαρωτά. Θά’ ταν δεν θά’ ταν 35 χρονών. Τώρα περπατούσε στητή. Φορούσε άσπρα αθλητικά παπούτσια. Και ήταν χαρούμενη. Καλό το μεροκάματο και για σήμερα.




Φαντάστηκα πόσο θα είχε γελάσει από μέσα της μαζί μου. Πόσο επιτυχημένη θα θεωρούσε την μεταμφίεση της από αρπακτικό σε κάτι ανθρώπινο με ανάγκες.
Και αυτό το μικρό χεράκι που ήταν όσο έπρεπε σκεπασμένο για να μην φαίνεται η ηλικία, εξασκημένο χρόνια στην απάτη, με πόση ηδονή και νεανικό πάθος θα έσφιγγε το χαρτονόμισμα!




Σκέφτηκα πόση αδικία περιείχε αυτή μας η ανταλλαγή. Εγώ έδινα λίγα χρήματα σε μια γριούλα. Εκείνη έπαιρνε από μιαν αφελή λεφτά.




Μετά, σκέφτηκα πως όταν κανείς ζητά τη βοήθειά μας, εμείς οφείλουμε να την δίνουμε.


Για την πράξη αυτή κρινόμαστε και οι δύο.

Friday, 23 March 2007

Μα πού πήγε το γκουφάν μου;

Η Νεθέλη ήταν ένα πολύ γλυκό κοριτσάκι και καλή μαθήτρια. Πήγαινε στην πρώτη δημοτικού. Στο σχολείο έκανε και μπαλλέτο που της άρεσε πολύ, ειδικά τα δεβελοτέ και τα φλέξ-πόινκ. Παράλληλα, πήγαινε και στο Δείο και μάθαινε πνεψτά. Μια φορά μάλιστα πήρε και βραδείο. Υπούρχαν, όμως, φορές που αισθανόταν πολύ κουρασμένη, ληλαδή, νόμιζε οτι θα την απορρουφήξει το τόσο βαρύ πρόγραμμα και από το άγχος αισθανόταν οτι δεν μπορούσε καλά καλά να αναπνέψει.
Μερικές φορές βρισκόταν μόλις δύο δήματα να τα παρατήσει όλα και να φύγει στη Γόρειο Αμερική. Ομως το ξανασκεφτόταν γιατί εκεί, της είχε πεί η δίσες Mary, ζούνε πολλά αγριογούβαλα και τα φοβόταν πολύ. Ετσι, παρηγοριόταν με κανένα παγωτό στη Βωβώνη, στην οποία πήγαινε μετά το Δείο, κατενθείαν.
Είχε και έναν μεγάλο σκύλο η Νεθέλη, το Νέκτορα που τον αγαπούσε πολύ και όλο έπαιζε μαζί του κάτω από το υπόστεμπο.
Αλλη αγάπη της ήταν τα βιβλία, ειδικά αυτό με τις περιπέτειες του Ονυσσέα αλλά και αυτό με τις πριγκήπισες και την ίδια την εψιλοτάτη.
Παραξενιές πολλές δεν είχε η Νεθέλη, όμως υπούρχαν φορές που μάλωνε με τη μαμά της για το φαγητό. Δεν έφταιγε όμως εκείνη αν ο ψιφίας σουβλάκι και τα σουτζουκάκια με κουρέ δεν ταίριαζαν στη γέψη της. Τότε θύμωνε και πετούσε τα φαγητά στον σκουπιδονεντεκέ.
Και η μαμά της, τι της φώναζε έτσι; Ούτε ο πορθυκουργός να ήτανε. Τον είχε δεί τον πορθυκουργό μια φορά στην τηλεόραση όταν περίμενε να αρχίσει η Γεροβίζιον, αλλά για λίγο γιατί διέκοψαν για διαθημίσεις. Τέλος πάντων δεν πολυείδε και Γεροβίζιον γιατί έπρεπε να πάει για ύπνο. Ηταν και λίγο αδιάθετη. Είχε βραχνιασμό. Ευτυχώς η μαμά της της έκανε ένα ζεστό αμομύχλι, ήπιε μετά και γάλα νουνούκ και το πρωί ήταν περδίκι. Μέχρι και πορ-κόρν έφαγε!
Η αγαπημένη της εποχή ήταν το καλοκαίρι. Φορούσε τις σαγκινάρες της και πήγαινε στη θάλασσα για μπάνιο. Μια μέρα όμως πολύ ανησύχησε γιατί νόμιζε πως είδε στα βαθιά ένα φτερύγιο. Ευτυχώς ήταν μόνο μια πλαστική σακούλα που την κουνούσε ο αέρας. Γιατί τους καρχαρίες πολύ τους φοβάται η Νεθέλη. Το ίδιο και τις ένεσεις που τρώνε ότι πτώμα βρούνε στη ζούγκλα.
Το θινόπωρο που θα ξαναπάει στο σχολείο θα έχει μεγαλώσει αρκετά και δεν πρόκειται να παίζει στα διαλλείματα με τα αγόρια που είναι χαζά και μόνο ο σπάιντερμανγκ και ο μπάκμαν τους ενδιαφέρει. Εν ανάγκη θα τους εξαφανίσει με το μαγικό της ραδβί. Πουλάχιστον αυτό σκέφτεται να κάνει.



Ολοι γράφετε ιστορίες με πέντε λέξεις που σας δόθηκαν. Είπα κι’ εγώ να γράψω μια ιστορία με κάποιες λέξεις που έλεγε και λέει η κόρη μου. Ελπίζω να το απολαύσατε όπως το απολαμβάνω κι’ εγώ. Για τυχόν διευκρινίσεις, μην ντρέπεστε...

Thursday, 22 March 2007

allegro molto appassionato

Ας δοκιμάσουμε να μετατρέψουμε τη μουσική σε λέξεις και εικόνες

Ακούω το κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα του Μέντελσον και βλέπω τις λέξεις



Είναι βαθύ κόκκινο, το χρώμα της βελούδινης αυλαίας, το κόκκινο του κρασιού
λεπτές γραμμές σχηματίζονται στον τοίχο σαν τα σημάδια που κάνουμε με τα δάχτυλα
τώρα πορτοκαλί, έντονο σαν αυτό που υπάρχει στα ηλιοβασιλέματα,
απότομα κάτι βίαιο μας ταράζει είναι μπλέ, κοβάλτιο
και έρχεται
επαναλαμβανόμενο σαν κύμα ψηλό και μας βρέχει
ως να μας κάνει μούσκεμα από την κορφή ως τα νύχια
για να ξεθυμάνει σε λίγο

για λίγο

για λίγο

να’το πάλι επιστρέφει όχι σε όλον του τον όγκο μα σιγά-σιγά ξαναφτιάχνεται
είμαι σίγουρη, το νιώθω πρέπει να φοβηθώ αλλά όχι
γαληνεύω
θα το αφήσω να με πάρει τώρα που έχει γίνει πράσινο βιρίντιαν
και με μικρές κορυφές κοφτές, εναλλασόμενες με πεδιάδες ήσυχες και οροπέδια
μ’ αρέσουν τα οροπέδια είναι ψηλά και έχουν μια περιορισμένη ασφάλεια και
σιωπή


σιωπή


ο ήλιος χαμηλώνει η ζέστη του χάνεται
το ίδιο και το φως
γρήγορα τώρα
όπως γίνεται στη δύση
και ξαφνικά είναι νύχτα πιο δυνατή από ποτέ, μια νύχτα που γνωρίζεις και επιθυμείς
και πάλι σιγά όπως η αγάπη
μαλακά για να μην τρομάξεις
σαν παιδική αγκαλιά που χάνεται στη μνήμη
όμως λίγο ονειρεμένη και εφήμερη,
μην αφεθείς τελείως
κράτα τις αποστάσεις
άκου τι ωραία φωνή που εχει η Κίρκη και σε ταξιδεύει
μα τώρα πάλι μπες
στο ακατανίκητο του φόβου,
στης ηδονής το άγνωστο
εκεί με αγωνία τώρα και χωρίς καμμία σιγουριά
η αγκαλιά έχει ανοίξει
βγες και παραδώσου
μην το καλοσκεφτείς
να’ τες πάλι οι σειρήνες σου
επιστρέφουν
δώστα όλα τώρα
και ούρλιαξε και εσύ μαζί τους
κάπως έτσι είναι ο έρωτας:

a
llegro molto appassionato.



Υ.Γ. Θά ΄θελα πολύ να ακούγεται και η μουσική μαζί αλλά δεν ξέρω πως γίνεται.

Wednesday, 21 March 2007

Κυρία στον αέρα

Μια μέρα που φυσούσε πολύ βρισκόμουν με το αυτοκίνητο σε έναν δρόμο κάθετο στην παραλιακή, στην οποία όταν φυσάει δεν αστειεύεται. Ήμουν πίσω από ένα άλλο αυτοκίνητο όταν την πρόσεξα. Μικροκαμωμένη και πολύ πολύ αδύνατη, θά’τανε δεν θά’τανε 40 κιλά, προσπαθούσε να ανέβει την ανηφόρα. Ο αέρας την εμπόδιζε, την ταρακουνούσε δεξιά και αριστερά, σχεδόν την πήγαινε όπου ήθελε. Ηταν γύρω στα 60, κομψά ντυμένη, φορούσε ένα παλτό μπεζ δεμένο σφιχτά με ζώνη. Τα πόδια της ήταν τόσο λεπτά που νόμιζες οτι κι΄αυτό το λίγο βάρος δυσφορούσαν να το σηκώσουν. Φορούσε γόβες με λίγο τακουνάκι. Και γυαλιά.



Εκεί, λοιπόν που πάλευε με τον αέρα και την ανηφόρα, μια ξαφνική ριπή την έριξε κάτω. Στη μέση του δρόμου. Τα γυαλιά εκσφενδονίστηκαν κάτω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Γονατιστή, προσπαθούσε να τα πιάσει, όμως ο αέρας τα έπρωχνε όλο και πιο μακριά. Ο κύριος που προπορευόταν, ηλικιωμένος και αυτός, κατέβηκε από το αυτοκίνητό του να την βοηθήσει. Βάλθηκε να την σηκώσει πράγμα όχι εύκολο· αυτά τα 40 κιλά έμοιαζαν τόσο βαριά! Οσο εκείνος προσπαθούσε, εκείνη τεντωνόταν πάλι πίσω, να πιάσει τα γυαλιά της. Τότε πρόσεξα το πρόσωπό της. Μια κόκκινη γραμμή είχε αρχίσει να τρέχει πάνω από το φρύδι και διέσχιζε ήδη το μάγουλο. Ο κύριος έβγαλε ένα χαρτομάντηλο. Της το έδωσε να σκουπιστεί, όμως εκείνη την ένοιαζαν πιο πολύ τα γυαλιά. Πού είχαν χωθεί εκεί κάτω τα αναθεματισμένα;



Τους κοιτούσα και σφιγγόταν η καρδιά μου από το θέαμα. Πίσω μου ήταν ένα φορτηγό που είχε παρακολουθήσει όπως και εγώ όλο το περιστατικό. Κοίταξα από τον καθρέφτη τον οδηγό. Ηταν νέος. Η συνεισφορά του ήταν να στέκεται εκεί με το ογκώδες αυτοκίνητό του σημαιοφόρος της ουράς που είχε δημιουργηθεί και απλώς να μην κορνάρει. Δεν κατέβηκε να βοηθήσει. Δεν κατέβηκα να βοηθήσω. Η εύκολη αιτιολογία είναι οτι είχα τη μέση μου και μετά βίας οδηγούσα ή οτι είχα ακινητοποιηθεί από το σόκ.



Το αίμα έτρεχε τώρα περισσότερο, έσταζε στο αριστερό της χέρι, στο παλτό. Ο αέρας το παρέσυρε κι’ αυτό δημιουργώντας κλωστές σχημάτων. Τέλος σηκώθηκε, φόρεσε τα γυαλιά αφήνοντάς τους κόκκινα αποτυπώματα, ο κύριος προσφέρθηκε να την βοηθήσει, να την πάει κάπου. Δεν ήθελε. Επέστρεψε στο αυτοκίνητό του κουνώντας ανεπαίσθητα το κεφάλι από την απορία, έβαλε μπρός και ξεκίνησε. Τώρα τα κορναρίσματα ακούγονταν δυνατά, βάλαμε όλοι μπρός και ξεκινήσαμε.



Είδα τη λεπτή φιγούρα της να διασχίζει το δρόμο και να περνάει στο απέναντι πεζοδρόμιο, ακολουθώντας την αντίθετη διαδρομή από αυτή που είχε έρθει, με τον αέρα τώρα αρωγό ως προς την κατεύθυνση. Πού πήγαινε; Την προσπέρασα με πολλές απορίες και μεγάλες ενοχές. Τι είχα κάνει για να βοηθήσω; Τίποτα. Ντράπηκα κιόλας όταν σκέφτηκα οτι είχα αναρωτηθεί αν βγαίνει το αίμα από τα καθίσματα του αυτοκινήτου.



Δεν μπορούσα να ησυχάσω. Η μέρα μου (και η επόμενη, και η μεθεπόμενη) είχε σημαδευτεί ανεπανόρθωτα από το περιστατικό.
Εκανα το τετράγωνο και ξαναγύρισα. Μήπως έστω και τώρα μπορούσα κάτι να κάνω; Δεν την είδα πουθενά.


Τα ίχνη του αίματος στο πεζοδρόμιο δεν μού έδωσαν καμμία πληροφορία για την τύχη της, ούτε ο αέρας φύσηξε μακριά τις ενοχές μου.

Monday, 19 March 2007

Μια νύχτα, μια ζωή

Τον κύριο Παναγιώτη τον γνώρισα σε ένα μπαρ - καφέ σε μια στοά στο Κολωνάκι. Είχε συστηθεί με την παρέα μου και ήδη φλέρταρε εμφανέστατα τη φίλη μου, όταν εγώ επέστρεψα από την τουαλέτα. Το επόμενο λεπτό, ενώ περίμενα στο μπάρ να πάρω το ποτό μου, άκουσα την φωνή του να μου λέει ψιθυριστά:
-Είστε εντυπωσιακά όμορφη!



Είχε περάσει τα ογδόντα, όμως τα χαρακτηριστικά του έδειχναν έναν άντρα που πρέπει να υπήρξε πολύ γοητευτικός, αν όχι ωραίος. Παρέλαβε το έβδομο ποτό του και μου χαμογέλασε με νόημα. Χαμογέλασα, ευχαρίστησα και ανταπέδωσα λέγοντας οτι τα λόγια του με κολακεύουν, αφού σ’ αυτήν την ηλικία πρέπει να είχε γνωρίσει πολλές γυναίκες. Συμφώνησε αμέσως και πρόσθεσε οτι είχε, πράγματι, μεγάλη πείρα. Επιστρέφοντας μαζί του πίσω στην παρέα, άρχισα τις ερωτήσεις. Δεν βλέπεις κάθε μέρα έναν ηλικιωμένο μες στην καλή χαρά να συστήνεται σε νεανικές παρέες, στις 2.00 το πρωί.



Είπε οτι είχε παντρευτεί τρείς φορές. Με την τελευταία του σύζυγο (20 χρόνια μικρότερη) ζουν ακόμα μαζί. Η μεγαλύτερη αγάπη του ήταν η πρώτη και η μεγαλύτερη τύχη του η τρίτη γιατί έφερε μαζί της μια κόρη που την μεγάλωσε σαν πατέρας.
Το πρώτο του ουίσκυ το ήπιε το 1940 στο King George, έζησε αρκετά χρόνια στο εξωτερικό σε διάφορες χώρες ακολουθώντας γυναίκες που γνώριζε, έφαγε όλη την περιουσία του πατέρα του αλλά και έκανε και επιχειρήσεις, έζησε τρελλά.




Γελούσε όλη την ώρα, έδειχνε να απολαμβάνει πολύ την εξιστόρηση.
Κάθε τόσο σταματούσε, με κοίταζε και ξανάλεγε πόσο του άρεσα και πως αν ήταν λίγο πιο νέος θα με διεκδικούσε, και απευθυνόμενος στον συνοδό μου του υπογράμμιζε πόσο τυχερός είναι.
Ηταν πολύ παράξενη αίσθηση να σε φλερτάρει επί ίσοις όροις ένας ηλικιωμένος και αυτό το φλέρτ να είναι αληθινό και όχι οι μεθυσμένες κουβέντες ενός γραφικού γέρου.




Είχε την εικόνα του ανθρώπου που έχει ζήσει μεγάλο μέρος της ζωής του στα μπαρ, αλλά κοσμοπολίτικα και διασκεδαστικά, ως συνήθεια και όχι ως ανάγκη του ποτού. Στα ογδόντα του βγαίνει σχεδόν κάθε μέρα, το είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή στη γυναίκα του. Στο σπίτι γυρίζει πάντα αργά. Προσπαθεί να μπει αθόρυβα, όμως αν καμμιά φορά την ξυπνήσει, γυρίζει το ρολόι μία ώρα πίσω και μετά της το δείχνει.



Η μόνη του στενοχώρια είναι οτι στις νυχτερινές του περιπλανήσεις δεν συναντά πια τους φίλους του -που έχουν όλοι φύγει- αλλά ευτυχώς γνωρίζει καινούργιους.
Τον κεράσαμε άλλα δυο ποτά, μας ζήτησε πολλές φορές συγγνώμη μήπως μας ζαλίζει, επέμενε ότι αν κάνει κατάχρηση της φιλοξενίας μας να του το πούμε να επιστρέψει στο σκαμπώ του.



Περασμένες τρείς μας χαιρέτησε, μας ευχαρίστησε, ζήτησε πάλι συγγνώμη αν κάπου παραφέρθηκε λόγω του ποτού, και ξεκίνησε να φύγει.
-Κάτι τελευταίο, ρώτησα. Σε μια, μόνο, φράση, μπορείτε να μου πείτε τι σας έμαθε η ζωή;


-Η ζωή είναι μετά τα σαράντα και μετά τις δώδεκα, είπε.



Το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν η φιγούρα του - εντυπωσιακά ευθυτενής για την ώρα και τα ποτά- να διασχίζει την σκοτεινή στοά.

Sunday, 18 March 2007

Χωρίς μοντάζ

(Κυριακή, πρωί, εσωτερικό, ημέρα γεννεθλίων)


Στο φίλμ american beauty υπάρχει μια σκηνή στο τέλος, που ο Λέστερ εγκαταλείποντας το φθαρτό του σώμα και προσχωρώντας στο άυλο βλέπει τη ζωή του να περνάει μπροστά από τα μάτια του.


Με συγκινεί το ίδιο, κάθε φορά που βλέπω αυτή την ταινία.


Το τελευταίο λεπτό πριν πεθάνεις, λένε, προβάλλεται ένα μικρό φιλμάκι σαν αυτά τα μαυρόασπρα, γυρισμένα με μια σούπερ 8, ξετυλίγοντας μπροστά σου τα κορυφαία γεγονότα της ζωής σου.


Αυτά που ήθελες να κρατήσεις ζωντανά και όμως περνώντας ο καιρός όλο και θάμπωναν.
Κι’ αυτά που ήθελες να ξεχάσεις, και που προσπαθούσες να τα σβήσεις με απλή γομολάστιχα, αλλά εκείνα ήταν εκεί, γραμμένα με στυλό και μόνο, λίγο, ανεπαίσθητα, μουτζουρώνονταν.



Η πρώτη μου μέρα στο σχολείο, οι γονείς μου να με χαιρετούν πίσω από τα κάγκελα, μόνη στο στρογγυλό τραπεζάκι του νηπιαγωγείου να αισθάνομαι τόσο διαφορετική, το πάρτυ μου που δεν ήρθε κανείς, ο αδελφός μου μικρός, τα καλοκαίρια στην άδεια παραλία, η μέρα που μπήκε ο πατέρας μου σκυφτός στο σπίτι από το νοσοκομείο και δεν με άφησαν να τον αγκαλιάσω, τα οικογενειακά γέλια τις Κυριακές, το πρώτο μου φιλί, ο πρώτος άντρας που άγγιξε το σώμα μου, η χαρά μου όταν μπήκα στη σχολή, τα μάτια της μαμάς μου – να με κοιτάνε και να με κρίνουν, η μέρα που τον γνώρισα και ήξερα οτι θα πορευτούμε μαζί, η μέρα που έκλαψα οριστικά πάνω στη ληξιαρχική πράξη γάμου, η κόρη μου ακουμπισμένη πάνω μου κιλά δύο και η μυρωδιά της, τα χέρια της γιαγιάς μου – τα μόνα αγαπημένα αγγίγματα- η μέρα που με εγκατέλειψε, τα γλαστράκια του παππού που κρέμονταν από το δέντρο, η κηδεία του πατέρα μου και το άψυχο σώμα του στο υπόγειο του νοσοκομείου που δεν μπόρεσα να αγγίξω, η μέρα πού ερωτεύτηκα ξανά και βάλθηκε να είναι πρώτη μέρα της καινούργιας μου ζωής, η πρώτη φορά που κάποιος πέθανε μπροστά μου και ο ρόγχος του που ποτέ δεν ξέχασα, η ίδια μέρα που κατάλαβα οτι το πάντα δεν υπάρχει, αυτοί που μ’ αγάπησαν και αυτοί που αγάπησα, η τελευταία φορά που θα κλάψω, η τελευταία που θα γελάσω. Η μέρα που θα αποχαιρετήσω τους αγαπημένους μου.



“First of all, that one second isn’t a second at all, it stretches on forever, like an ocean of time…”


Ξέρει άραγε κανείς τα πλάνα από πριν, ή τα τετράδια της ψυχής άλλα έχουν γραμμένα; Βλέπεις, τελικά, αυτά που κρίνει το υλικό σου σώμα ώς σημαντικά, ή μήπως απλές καθημερινές στιγμές που έζησες και δεν τις θεώρησες ποτέ σπουδαίες έχουν για κάποιον λόγο αφήσει μέσα σου ανεξίτηλα σημάδια;
Ελάτε, ακουμπείστε απαλά εδώ τις απόψεις σας ...


Friday, 16 March 2007

Ψαροταβέρνα το ναυάγιο

Θα μιλήσω για αυτό το σοβαρό ζήτημα ακούγοντας Μότσαρτ και με το μαλλί Ραμπί Ζακόμπ μετά το χτεσινό τύλιγμα. Ας είναι. Ξεκινάω.
Οταν πηγαίνεις ένα σαββατοκύριακο στο εξοχικό σου για να ξελαμπικάρεις λίγο, να πάρει και το παιδί αέρα και επιστρέφεις έχοντας νοικιάσει ένα εστιατόριο, δεν σου φταίει κανείς! Πόσο μάλλον όταν δεν την ξέρεις τη δουλειά.


Ο καραγκιόζης εστιάτορας. Πάμε:
Κατά αρχάς ήθελε εξωραϊσμό. Αλλά με λίγα λεφτά. Ας όψεται το ταλέντο μου ως ντεκορατέρ (but that’ s another story). Διέπρεψα. Το μαγαζί όπως και να το πεις την είχε την ατμόσφαιρά του, δε λέω. Και τις νέον λάμπες του παντού, και τις ρουστίκ καρέκλες του (ξέρεις, αυτές τις τραπεζαριέ με την ψηλή πλάτη), και τα φαναράκια του και τις δυο ταμπελάρες του (μεταλλικές γραμμένες με πινέλο) με calamari, tzatziki, mouzaka και τα όλα του, και τη μιζέρια σύννεφο. Πάνω στη θάλασσα όμως. Και μακριά από τον συνωστισμό. Αυτό τότε μας φάνηκε προσόν (κρίνοντας ως πελάτες), μετά καταλάβαμε τη μαλακία μας (ως επιχειρηματίες).


Βγάλαμε τις ταμπέλες, ο ζωγράφος έφτιαξε μιά καινούργια πολύ αρτιστίκ, βάψαμε τις καρέκλες σε 4 έντονα χρώματα και τα τραπέζια τυρκουάζ, βάλαμε αρκετά πάμφθηνα άσπρα φωτιστικά που έκαναν πολύ ατιμόσφαιρα, την πλαστική ψευδοροφή την καλύψαμε με αλεξίπτωτο σε τρία χρώματα, βάψαμε οτι μπορούσαμε, στο εσωτερικό βάλαμε φωτιστικά αντίκες (μη χέσω), το βαφτίσαμε και ξεκινήσαμε.


Α, μην ξεχάσω να πω πως το μαγαζί δεν είχε είσοδο. Καθώς οι ιδιοκτήτες που το δούλευαν οι ίδιοι πριν, είχαν στην κατοχή τους και το διπλανό, είπαν να μην κάθονται (ενώ το νοίκιασαν για να ξεκουραστουν, σουρεάλ) και το έκαναν καφετέρια (πολύ ωραία, σαν αυτές στις ταινίες του Σταμάτη Γαρδέλη). Ελα όμως που τα δύο μαγαζιά είχαν κοινή είσοδο! (την δική τους, σωστά μάντεψες, γάτα).
Ηταν και υπερυψωμένα και απο κάτω περνούσε ένας μικρός χωματόδρομος και μετά η θάλασσα. Είχα, θυμάμαι προτείνει το επί κοντώ, αλλά θα ήταν λίγο ζόρι για τους ηλικιωμένους. Τέλος πάντων, δεν μπορώ να πω μας άφηναν μια δίοδο, που περνώντας οι μήνες όλο και στένευε. Στο τέλος οι πελάτες μας έκαναν απελπισμένοι νοήματα και δεν ήταν λίγες οι φορές που τελικά κάθισαν στο διπλανό εστιατόριο νομίζοντας πως ήταν το δικό μας.


Το πρώτο Σαββατόβραδο με κόσμο, εκεί γύρω στις δύο κάθισα σε μια καρέκλα. Δεν μιλούσα, δεν λαλούσα, δεν κουνιόμουνα. Εκαναν κανά μισάωρο να με επαναφέρουν. Σιγά- σιγά συνήθισα.


Πάμε στα ενδότερα. Εγώ ήμουν υπεύθυνη για την κουζίνα (γιατί το πι.αρ δεν είναι και το φόρτε μου), δηλαδή συνταγές, σερβίρισμα και ντεκόρ πιάτων, να λέω τις παραγγελίες στη μαγείρισσα (γιατί δεν ήξερε να διαβάζει). Α, να φτιάχνω και τις σαλάτες, και τον γαύρο τον μαρινάτο, και να δίνω και τις παραγγελίες στην ψησταριά (ούτε αυτός ήξερε να διαβάζει), και να λέω στους σερβιτόρους σε ποιο τραπέζι πηγαίνουν (αυτοί ήξεραν να διαβάζουν αλλά βαριόντουσαν...).


Το εστιατόριο είναι πολύ ωραία δουλειά και ξεκούραστη και σου αφήνει και πολύ ελεύθερο χρόνο. Ειδικά όταν είναι ανοιχτό όλη μέρα. Επίσης είναι πολύ εκπαιδευτικό. Για τα νεύρα. Ιδίως όταν σου ζητάνε ανήμερα του Πάσχα αστακομακαρονάδα. Ή όταν την πέφτουν στον γκόμενό σου μπροστά στα μάτια σου και ξέρουν και πως κοιτάς (εκεί απείλησα οτι θα βγω με την τυροκαυτερή και θα τους την φέρω στην καούκα). Ή όταν παραμονή δεκαπενταύγουστο η δεύτερη μαγείρισσα (βουλγάρα που την έχεις φέρει από Αθήνα γιατί εκεί δεν έχει) δηλώνει πως το επόμενο πρωί στας 6 φεύγει με το πρώτο καράβι γιατί την αποκάλεσες «κυρία». Ακούς εκεί; κυρία.


Στα χαϊλάιτς η κυρά- Σοφία, η ιδιοκτήτρια που η θερινή της διασκέδαση είναι να κάθεται νυχθημερόν σε καρέκλα σκηνοθέτη στη γαρδελοκαφετέρια (μόνοι πελάτες κάτι γέροι χουντικοί) και να μην ξεκολλάει αυτό το μάτι από πάνω σου. Ξεματιαζόμασταν 7 φορές την ημέρα. Ποιός ήρθε, τι παράγγειλε, τον σερβίραμε γρήγορα; πόσο ήταν ο λογαριασμός, έκανε γκριμάτσα όταν τον είδε; Τι ώρα πήγαμε το πρωί, τι ώρα φύγαμε το βράδυ; Α, και κάθε μέρα κάτι να λείπει από την κουζίνα: ένα ταψί (το χρειάστηκε για την καρυδόπιτα), ένα τηγάνι (δικό μου), μερικά φλυτζάνια, κουταλάκια. Στο τέλος δεν είχαμε κουταλάκι να κάνουμε τούρκικο (της παρηγοριάς).


Σ’ αυτή την υπέροχη κατάσταση πρόσθεσε την αναδουλειά, τη κόρη μου που μου την πήγαινε για μπάνιο κάθε μέρα και άλλος (μόνο σε περαστικό δεν την είχα δώσει), την μαμά μου χαμένη στη μετάφραση (αλλά το μυαλό να πεί οτι κάνω την καριέρα της κατσαρόλας το είχε) , τον proyn να με βρίζει και να με υποχρεώνει να πηγαίνω στην Αθήνα για ένα απόγευμα γιατί έτσι έλεγε το χαρτί του διαζυγίου, τα δυό παιδιά του συντρόφου, την μαμά του, ενίοτε την μαμά των παιδιών του και μια οικιακή βοηθό που χαριεντιζόταν με τους Αλβανούς και που ένα βράδυ του Αυγούστου με άφησε σύξυλη, πήρε τα πράγματά της και την έκανε κρυφά για Αθήνα. Δεν γύρισε ποτέ.


Οταν είσαι ερωτευμένος όμως όλα ξεπερνιούνται.
Περιμένεις πως και τι να σχολάσεις το βράδυ, αφού έχεις κάνει ταμείο, μαζέψει την κουζίνα, σκουπίσεις το μέσα, αναποδογυρίσεις τις καρέκλες έξω, κοιτάξεις τον βόθρο και σε κοιτάξει κι αυτός. Και έχει ένα βλέμμα ο πούστης! Θα σου δείξω εγώ, είναι σαν να σου λέει. Πάλι γέμισα. Ηταν που ήταν μικρός, ρίχνανε και οι ιδιοκτήτες τα νερά τους, α, και τα πλυντήριά τους από τα ενοικιαζόμενα που είχαν, που και που έκαναν και κανένα μπάνιο (τελικά τα σάβανα έχουν τσέπες, το έχω τσεκάρει). Και ερχόταν ο σκατάς, αφού έπρεπε να τον παρακαλέσεις πολύ γιατί ήταν και γειά σου, και σου έπαιρνε 70 ευρώ. ΚΑΘΕ βδομάδα.


Που είχα μείνει; α, το βράδυ μετά από όλα αυτά ήσουν στη τσίτα. Υπερδιέγερση να!
Που να κοιμηθείς χωρίς να έχεις πιεί καμμιά δεκαριά ποτά! Δεν έκλεινε το μάτι. Υπνος, λοιπόν στις πέντε, έγερση στις εννιά. Ευτυχώς που στην εξοχή το κλίμα είναι καλό και αντέχεις. Κανά δυό φορές πήγαμε και κατευθείαν. Πρωί πρωί με το μίνι και το ρίμελ ξεβαμμένο αγοράζαμε μελανούρια από τον ψαρά με το αυτοκίνητο. Φρεσκότατα.


Καθώς λοιπόν το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού, εμείς πήγαμε και την επόμενη χρονιά. Γιατί δια της επαναλήψεως μαθαίνει ο άνθρωπος. Αμ δε!